παραλαμβάνω

παρα|λαμβάνω принимать, перенимать; брать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "παραλαμβάνω" в других словарях:

  • παραλαμβάνω — receive from pres subj act 1st sg παραλαμβάνω receive from pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραλαμβάνω — παραλαμβάνω, παρέλαβα βλ. πίν. 165 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • παραλαμβάνω — ΝΜΑ, κρητ. τ. παλλαμβάνω Α, περιλαβαίνω Ν 1. παίρνω κάτι που μού δίνεται από άλλον, λαμβάνω (α. «παρέλαβα τα δέματα που μού έστειλες» β. «παρέλαβον καὶ ἐνέβαλον εἰς τὸ πλοῑον [ενν. φορτίον]», πάπ.) 2. δέχομαι κάποιον κοντά μου ως βοηθό, σύμμαχο ή …   Dictionary of Greek

  • παραλαμβάνετε — παραλαμβάνω receive from pres imperat act 2nd pl παραλαμβάνω receive from pres ind act 2nd pl παραλαμβάνω receive from imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραλαμβάνῃ — παραλαμβάνω receive from pres subj mp 2nd sg παραλαμβάνω receive from pres ind mp 2nd sg παραλαμβάνω receive from pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρειλημμένα — παραλαμβάνω receive from perf part mp neut nom/voc/acc pl παρειλημμένᾱ , παραλαμβάνω receive from perf part mp fem nom/voc/acc dual παρειλημμένᾱ , παραλαμβάνω receive from perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρείληφθε — παραλαμβάνω receive from plup ind mp 2nd pl παραλαμβάνω receive from perf imperat mp 2nd pl παραλαμβάνω receive from perf ind mp 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραλαβόν — παραλαμβάνω receive from aor part act masc voc sg παραλαμβάνω receive from aor part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραλαβόντα — παραλαμβάνω receive from aor part act neut nom/voc/acc pl παραλαμβάνω receive from aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραλαβόντων — παραλαμβάνω receive from aor part act masc/neut gen pl παραλαμβάνω receive from aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραλαμβανομένων — παραλαμβάνω receive from pres part mp fem gen pl παραλαμβάνω receive from pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.